Σε απόσταση αναπνοής από τις γάργαρες πηγές, εκεί όπου το νερό κελαρυστούσε ασταμάτητα, έστηνε το σκηνικό του ένα μικρό, γραφικό και εντελώς αυτοσχέδιο καφενείο. Αυτή η απέριττη γωνιά δεν ήταν απλώς ένα μαγαζάκι της σειράς, αλλά μια ζωντανή, ανεξίτηλη εικόνα της λαϊκής παράδοσης, η οποία έχει μείνει βαθιά χαραγμένη και ολοζώντανη στη μνήμη των παλιότερων κατοίκων της περιοχής, ξυπνώντας τους γλυκιά νοσταλγία για μια εποχή γεμάτη αυθεντικότητα.
Παραδοσιακό καφενείο δίπλα στις δροσερές πέτρινες πηγές.
Οι αισθήσεις εκεί ξυπνούσαν με τον πιο απλό και όμορφο τρόπο. Ο παραδοσιακός ελληνικός καφές σιγοψηνόταν με μεράκι πάνω στο μικρό γκαζάκι, πλημμυρίζοντας τον καθαρό αέρα με το πλούσιο, μεθυστικό του άρωμα. Δίπλα, η μυρωδιά από τα φρέσκα αυγά, που τηγανίζονταν μέσα στο τηγάνι κυριολεκτικά εκείνη τη στιγμή πάνω στη φωτιά, άνοιγε την όρεξη σε ντόπιους και περαστικούς που αναζητούσαν έναν εκλεκτό, παραδοσιακό μεζέ.
Το πιο χαρακτηριστικό και ευρηματικό στοιχείο αυτού του αυτοσχέδιου καφενείου ήταν ο τρόπος που αντιμετώπιζαν τη ζέστη του καλοκαιριού. Τα αναψυκτικά και τα ποτά δεν φυλάσσονταν σε ηλεκτρικά ψυγεία, αλλά τοποθετούνταν προσεκτικά μέσα στις σκαλιστές, πέτρινες γούρνες. Εκεί, βυθισμένα μέσα στο παγωμένο, κρυστάλλινο νερό που ανάβλυζε κατευθείαν από την πηγή, διατηρούνταν απίστευτα δροσερά, προσφέροντας μια ασύγκριτη αίσθηση αναζωογόνησης σε όποιον τα γευόταν.